Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008


Βάρβαρες τακτικές σε βάρος των εφημερίων
που θυμίζουν την εποχή του Προκρούστη

Γράφει ο πρεσβύτερος Ευστάθιος Κολλάς Θεολόγος – Εκκλ/κός Συνήγορος
πρόεδρος Εφημερίων της Ελλάδος.

Το Νομο-Κανονικό εκκλησια­στικό δίκαιο υπάγεται στις δια­τάξεις των Πειθαρχικών Συμβουλίων και οφείλει να τηρεί, ως προς την σύνθεσή του και την όλη Πειθαρχική του διαδικασία τις βασικές αρχές του Πει­θαρχικού Δικαίου των Δημοσίων Υπαλ­λήλων». (195/1987 Ομόφωνη Απόφαση Γ΄ τμήμ. του ΣτΕ.).
Είναι γνωστή η μέθοδος του Προκρούστη με το περιώνυμο κρεβάτι του. Όποιος έπεφτε επάνω του δεν γλίτωνε. Ήταν καταδικασμένος, είτε τύχαινε να είναι κοντός, είτε ψηλός, είτε και ίσος με το κρεβάτι του.
Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με το αρθρ. 37 του ν. 590/77 (Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας). Η Ιερά Σύνοδος καμώθηκε, ότι είναι προοδευτική και ενδιαφέ­ρεται για τη προστασία των δικαιωμάτων των Εφημερίων, και έτσι εισηγήθηκε στην Πολιτεία και τελικά πέρασε ένα αλλο­πρόσαλλο και παραπλανητικό άρθρο, όπου κυριαρχεί ο «άκρατος δεσποτι­σμός». Είναι το γνωστό 37 άρθρο, «μαγι­κό λάστιχο στα χέρια των δεσποτάδων», όπου αντιγράφονται, επακριβώς, οι βάρ­βαρες τακτικές, και μέ­θοδοι του αλήστου μνήμης των προγόνων μας, του μυθι­κού Προκρούστη.
Αλλοπρόσαλ­λο και παραπλανητι­κό γιατί:
α) Ενώ αναφέρεται για τακτικούς (= έγγαμους) Εφημέριους που μόνον αυτοί πληρούν μονίμως τις κενές οργα­νικές Εφημεριακές θέσεις, και επίσης για προσωρινούς (= Ιερομονάχους) που κα­ταλαμβάνουν προσωρινώς τις κενές οργανικές Εφημεριακές θέσεις μέχρι πλή­ρωσή τους από τακτικούς έγγαμους Εφημέριους, εν τούτοις οι Ιερομόναχοι με τον ανύπαρκτο κοσμικό εκκλησιαστικό τίτλο του αρχιμανδρίτη, εκλέγονται, και κατα­λαμβάνουν, «ελέω Δεσπότη», μόνιμα οργανικές θέσεις, και ο έγγαμος, παρότι νόμιμα και Κανονικά, εκλέγεται, χειροτο­νείται, και τοποθετείται σε κενή οργανι­κή Εφημεριακή θέση, κατόπιν Προκηρύξεως, και επομένως Νο­μό/Κανονικά θε­ωρείται, δυνα­μικά, μόνιμος εξ υπαρχής, εν τούτοις, για να μονιμο­ποιηθεί κατά τα λεγόμενα του άρθρου, οφείλει να διανύσει πενταετία στον ίδιο Ναό, και ενδέχεται, εάν πέσει στην δυ­σμένεια του Δεσπότη, να μην μονιμοποιηθεί ποτέ του, αν θα τον μετακινεί από Ναό σε Ναό.
β) Το εν λόγω άρθρο στην παρ. 8, ομιλεί ρητά και κατηγορηματικά, ότι η προεδρία του Ιερού Ναού θα ανατίθεται σε τακτικό έγγαμο Εφημέριο. Και εδώ γίνεται κραυ­γαλέα παρανομία, και αντικανονικότητα «εν ονόματι του άκρατου δεσποτισμού και της αυθαιρεσίας». Σε Ναούς, όπου ευρίσκεται και προσωρινός Ιερομόναχος διορίζεται αυτός και πρόεδρος του εκκλη­σιαστικού Συμβουλίου. Δηλαδή οι απόκοσμοι Ιερομόναχοι αν και προσωρινοί έχουν περισσότερα δικαιώματα στον κόσμο από τους κοσμικούς έγγαμους Ιερείς, που έχει ορίσει η Εκκλησία του Χριστού να ποιμαίνουν τον κόσμο.
Αλλά η μεγαλύτερη και κραυγαλέα πα­ρανομία και αντικανονικότητα που «βγάζει μάτι» και που αυτό είναι το θέμα μας, γίνεται στην μετάθεση του Εφημερίου, παρότι δεν το επιτρέπουν οι θείοι και Ιε­ροί Κανόνες. (Καν. 15ος, Α΄ Οικ. Συν.). Αναφέρεται λοιπόν στο άρθρο 37 παρ. 7 του ν. 590/1977, ότι για να μετατεθεί ένας Εφημέριος, θα πρέπει να το ζητήσει ο ίδιος. Όμως, και εάν δεν το ζητήσει ο ίδιος γιατί απλούστατα δε το επιθυμεί να μετατεθεί, τότε μετατίθεται θέλει δεν θέ­λει, γιατί το θέλει ο Δέσποτας. Και το δι­καίωμα αυτό του το δίνει ο νόμος «λά­στιχο».
Βάση λοιπόν της παρ. 7 του άρθρου 37, υποβάλλει ο Μητροπολίτης αιτιολογημέ­νη πρόταση προς την Ιερά Σύνοδο, ουσια­στικά δηλαδή στον «εαυτόν του», και η Σύνοδος, αμέσως, του εγκρίνει τη μετά­θεση που ζητεί, δίχως ο δύστυχος Εφη­μέριος να λαμβάνει γνώση της πρότασης του Δεσπότη για να την αντικρούσει ούτε και να ερωτηθεί!!! Αυτό συνιστά σαφή και ωμή παράβαση του Συντάγματος. (αρθρ. 20, παρ. 2). Είναι δεδομένο εκ των προ­τέρων, ότι ο Δεσπότης θα πάρει εκείνο που ζητεί, την έγκριση της μεταθέσεως, και εδώ έγκειται το τραγελαφικό του θέ­ματος, και η «μεγαλοπρέπεια» της Προκρούστειας μεθοδευμένης τακτικής και πρακτικής του δεσποτικού καθεστώτος στην Εκκλησία. Όταν ο Εφημέριος έχει πλέον καταστεί ο στόχος του Δεσπότη που «ποιμαίνει το ποίμνιον εν κρατεί με­τά εμπαιγμού» (Απ. Διαταγές).
Τελευταία και υστέρα από πολυέξο­δους δικαστικούς αγώνες των Εφημε­ρίων, η Σύνοδος κατάλαβε την παρανο­μία και την αντικανονικότητα ολκής που διαπράττει, και δέχεται μεν να ακούσει τον Εφημέριο, αλλά δεν του επιτρέπεται να παρίσταται με τον συνήγορό του και να λάβει γνώση της Εκθέσεως του Μη­τροπολίτη του με το διάτρητο δικαιολο­γητικό, ότι συνήγορος επιτρέπεται μόνο σε εκκλησιαστικά δικαστήρια γιατί εκεί θα εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση η οποία ελέγχεται από τη καθήμενη Δικαι­οσύνη.

Πειθαρχικά Συμβούλια
Όμως, και πάλι πλανάται η Ιερά Σύνο­δος διότι στην ουσία δεν υπάρχουν εκκλη­σιαστικά δικαστήρια με τη στενή σημασία των διατάξεων του Συντάγματος περί Δι­καστηρίων, αλλά Συμβούλια Πειθαρχικά και τα αναφερόμενα ως εκκλησιαστικά δικαστήρια ουσιαστικά είναι κατά πάντα Πει­θαρχικά Συμβούλια (195/87), Ομόφωνη Απόφαση του Γ΄ τμήμ, του ΣτΕ και Από­φαση 825/88 της Ολομελείας του ΣτΕ, ν. 2683/99 «Κώδικας Δημοσίων Υπαλλή­λων» πέραν του ότι με τις διατάξεις του ΝΔ 53/74, όπου κυρώνεται η Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης 4 – 11 – 1950, «περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου, και των θε­μελιωδών Ελευθεριών». Γεγονός που σημαίνει, ότι οι διατάξεις του Συντάγμα­τος, «περί Δικαστηρίων και απονομής της Δικαιοσύνης», υπερισχύουν και των δια­τάξεων του ν. 5383/32 «περί των εκκλησιαστικών δικαστηρίων».
Ο ισχυρισμός λοιπόν της Ιεράς Συνόδου ότι δεν επιτρέπεται ο Εφημέριος να παρίσταται ενώπιον της ΔΙΣ μετά συνη­γόρου σε περιπτώσεις διοικητικής φύσε­ως θεμάτων, όπως της μεταθέσεώς του παρά τη θέλησή του, είναι αντισυνταγμα­τικός και αντικανονικός γιατί η Σύνοδος και σ’ αυτές τις περιπτώσεις παίρνει απο­φάσεις οι όποιες και ελέγχονται από το ΣτΕ (Αποφ. 825/88).
Συνεπώς, ο Εφημέριος πάντοτε παρί­σταται, ενώπιον οιασδήποτε προϊσταμέ­νης Αρχής, μετά Συνηγόρου, εκκλησια­στικού ή λαϊκού και η στέρηση αυτού του αναφαίρετου δικαιώματός του συνιστά σοβαρό ποινικό αδίκημα. Προσοχή, λοι­πόν, στο μέλλον…

Δεν υπάρχουν σχόλια: